WRITINGS II

Μικρό αφιέρωμα στο «γνωστό – άγνωστο» σκηνοθέτη Κώστα Σφήκα

ΣΤΗ ΣΚΙΑ ΤΩΝ ΜΕΛΛΟΝΤΩΝ

Ένας οφθαλμός ταξιδεύει πάνω στο «πλοίο των τρελών» αυτού του Κόσμου. Είναι ό,τι απόμεινε από τη Έσχατη Κρίση, το δεύτερο «τελευταίο πράγμα» μετά το «Θάνατο» των Φιλοσόφων του Αρχαίου Κόσμου. Από αυτό το ταξίδι στη «θάλασσα του τέλους» απουσιάζει ο Προφήτης Ηλίας, το «στοίχημα» της Παλαιάς Διαθήκης και προάγγελος της Δευτέρας Παρουσίας. Μπορεί η ανάσταση των νεκρών να πραγματοποιηθεί ερήμην του;

Το σινεμά του Σφήκα είναι εσχατολογικό. Κινηματογραφεί με τον πιο λιτά αποδοτικό τρόπο, το μεγαλειώδες μα και μυθικό τέλος της ιστορικής κίνησης. Είναι ένα σινεμά για τους εσχατόπλαστους του 21ου αιώνα, το οποίο διαρκώς ξεγλιστρά από το δαιμονιακό παρόν μας και συνδέεται με υψηλές ποιητικές εκφράσεις του 18ου , 19ου και του 20ου αιώνα. Όσο κι αν φαίνεται παράξενο αυτός ο «μαρξιστής καλλιτέχνης» εισχωρεί διαρκώς στο σκοτεινό βάραθρο της υποκειμενικής εμπειρίας όπου συναντά τη μυστική, άρρητη και άφατη σχέση με το Θείο. Τα έργα του Σφήκα δεν εκφράζουν παρά την αγωνία: κατά πόσον η ανθρώπινη θέληση θα πετύχει ή όχι. Και είναι αυτή η αγωνία μια εσωτερική επανάσταση ενάντια σε κάθε πλαίσιο με μοναδικό οδηγό τη «διαλεκτική του παραλόγου». (Κίρκεγκωρ) Οι ταινίες αυτού του επτανήσιου σκηνοθέτη αγγίζουν , πέρα από τα «ιερά και τα όσια» του καλλιτεχνικού συστήματος, τους εσώτερους νόμους του Αντικειμένου στις διαφορετικές του εκφάνσεις. Το έργο του χτίζεται πάνω στα θεμελιακά ζητήματα της Ύπαρξης, του Χρόνου, του Πολιτισμού, καθώς και στην αγωνία του για απαντήσεις που θα υπηρετούν τον Άνθρωπο. Πέρα από μύθους και ήρωες, χωρίς να μεταφέρει γεγονότα και πληροφορίες, χωρίς να σχολιάζει καμιά δράση και ειρωνευόμενος αυτούς που θεωρούν το αργό στατικό ενώ πρόκειται για το αντίθετο. Οι ιθαγενείς και η αποικιοκρατία, οι αστοί και τα παλάτια τους, οι φυλακισμένοι και οι φύλακές τους, το φετίχ των εμπορευμάτων, οι παγκόσμιοι πόλεμοι, η μοντέρνα τέχνη και τέλος η Τραγωδία συνιστούν ένα έργο – παγίδα. Κι αυτό γιατί πετυχαίνει να έχει την Ιστορία μοχλό κι όχι φόντο της ανάπτυξης του.  Γνήσιο τέκνο των κινημάτων των αρχών του 20ου αιώνα , ο Σφήκας, θα φτάσει μέχρι τις …απαρχές της ανθρώπινης Τραγωδίας, αφού περάσει μέσα από μια διαδρομή ενόρασης κι όχι «προθέσεων και εξωτερικών ανησυχιών» . Με όπλα του τα όπλα του Ρομαντισμού : την πνευματική νηφαλιότητα, την ελευθερία έκφρασης, την προτεραιότητα της φαντασίας, την προτίμηση του μυστηριώδους και του παράδοξου, τη φυγή προς το όνειρο , τον εξωτισμό και το παρελθόν, στις ταινίες του θα συναντηθούν ένας κοσμοπολιτισμός και ένας απαισιόδοξος λυρισμός μαζί. Το «άρρωστο σύστημα» πεθαίνει και ο Σφήκας κρατάει αυτές τις πένθιμες σκέψεις ως αφετηρία. Στο έρημο τοπίο που άφησε ο Ρομαντισμός, ξεγλιστρώντας από τις παγίδες της καθημερινότητας, στη σφαίρα κάθε υπερβατικής συνείδησης, θα μπορούσε να είναι ένας μοντέρνος Ησυχαστής αν δεν ήταν ένας μεταρομαντικός Επαναστάτης.

Το έργο του Σφήκα εμφανίζεται σαν ένα σύστημα μεταφορικών εννοιών σχετικών με την αφηρημένη του ιδέα. Αυτή η «δι’ εικόνων μεταφορική έκφρασις» μιλά ως η διάμεση, η παρεμβαλλόμενη ανάμεσα στις διαφορετικές εποχές της αναζητώντας το υποκρυπτόμενο και θεωρούμενο εντέλει υψηλότερο και πνευματικότερο από το δηλωμένο «γράμμα της εικόνας». Όλα τα  πράγματα , τα γεγονότα  και τα φαινόμενα της ζωής έχουν εκτός του φανερού τους νοήματος και μια άλλη βαθύτερη και πιο πνευματική έννοια.  Αυτή τη γενική αρχή του θρησκευτικού και φιλοσοφικού μυστικισμού φαίνεται να γνωρίζει καλά ο Σφήκας. Και αυτή η έμμεση απεικόνιση μοιάζει με προδιατύπωση προφητική για τα συνδεόμενα με το έργο του ιστορικά γεγονότα και όχι μόνο · «μια σκιά των μελλόντων» (Παλαιά Διαθήκη, Κολ. Β΄17). Η αλληγορία δεν είναι προνόμιο μιας μόνης ιστορικής περιόδου. Τη χρησιμοποίησαν οι αρχαίοι Έλληνες φιλόσοφοι (και μάλιστα οι στωικοί) , οι Εβραίοι της διασποράς στην προσπάθεια τους να προσηλυτίσουν τους Έλληνες, οι Απόστολοι, οι μετέπειτα εκκλησιαστικοί συγγραφείς (κυρίως της Αλεξανδρινής σχολής με πρώτο τον Ωριγένη). Όλοι αυτοί θεωρούν εγκυρότερο και ανώτερο το νόημα που εξάγεται από την αλληγορία από αυτό του «γράμματος» του κειμένου. Δίπλα στην αλληγορία, το έργο του Σφήκα υποδέχεται και τη λεγόμενη «τέχνη σε δεύτερο βαθμό» (όρος του Ζ. Ζενέ σε δοκίμιο του για τον Μ. Προυστ) , την παρουσία δηλαδή ενός παλιότερου μέσα σε ένα νεότερο έργο. Πρόκειται για ένα παλίμψηστο : ένα Κείμενο που πάνω του γράφτηκε ένα άλλο νεότερο, πιο σύνθετο , ελεύθερο και επομένως οντολογικά φαντασμαγορικό. Παρόμοιο φαινόμενο συναντάμε στον «Οδυσσέα» του Τζόυς, μια παλίμψηστη επανεγγραφή του Ομηρικού Έπους. Δεν πρόκειται για ζήτημα αισθητικό ή ρυθμού, αλλά για την υπόγεια διαδρομή ενός έργου μέσα στο χρόνο, όπου το κλασσικό εμπεριέχει το μοντέρνο, αυτό το αρχαϊκό κ.ο.κ. με θαυμαστή ευελιξία. Γι αυτό ο μύθος του ανθρώπινου πολιτισμού δεν αποδίδεται στενά στις ταινίες του Σφήκα . Μπροστά στον κίνδυνο των περιορισμών που βάζει η Αναπαράσταση , τα σύμβολα , οι έννοιες και τα συστήματα αποκαλύπτουν όχι τα όρια τους αλλά την απουσία αυτών των ορίων. Η ποιητική του Σφήκα προωθεί το ασυμβίβαστο ανάμεσα στο Μύθο και στο Ποιητικό Έργο.

Με τις ταινίες του παρουσιάζεται, για πρώτη φορά στον κιν/φο, ο «καθαρός χρόνος», πραγματοποιημένος πέραν της δραματοποίησης και αναπαράστασης μιας καθημερινής και επομένως ψευδούς μέσα στη μυθοπλασία της ζωής. Το «καθαρό» στην τέχνη το έχει πετύχει μέχρι τώρα μόνο η μουσική (pura arte) , η οποία μέσα από τον αφηρημένο χαρακτήρα της μιλά στην καρδιά του καθενός συγκεκριμένα και μοναδικά. Ο Σφήκας πετυχαίνει το ίδιο. Χρησιμοποιεί μουσικά την κάμερα για να προσεγγίσει την Ουσία των πραγμάτων. Έτσι γεννιέται το πρώτο ον του «Μοντέλου», που βαδίζει υπακούοντας σε μια κοσμική μα απόλυτα γήινη χορογραφία. Δηλώνεται, με αυτόν τον τρόπο, το ξεπέρασμα του αστικού χώρου, βασικό σκηνικό της σύγχρονης ιστορίας. Πάνω στα ερείπια του, χτίζεται ο χώρος του αιώνα μας, ικανός από το μηδέν να γεννήσει τα πάντα, ενιαίος και ταυτόχρονα διασπασμένος, «στον οποίον υποβόσκουν αντινομίες βαβυλώνιου τύπου» (Κ. Βεργόπουλος). Οι ιερόσυλες θέσεις του Σφήκα εμπνέονται από την άρνηση του να δεχτεί τη θρησκομανία των οπαδών ενός κιν/φου που υπνώνει τις αισθήσεις και επιφέρει τον πνευματικό θάνατο, απομακρύνοντας μας από την εναγώνια αναζήτηση του αιώνιου. Με την ταινία του «Μοντέλο» (1974), παρουσιάζεται, για πρώτη φορά στον κιν/φο, το άϋλο Σύστημα, η καρδιά του Κτήνους, που ως μύλος αλέθει τη σπορά (: proles, έννοια που περιέχεται στη λέξη προλετάριος). Είναι ακόμα ένας «τόκος εν κακώ», παραφράζοντας την πλατωνική έννοια, όπου σώμα και ψυχή αλέθονται ταυτόχρονα.

Οι ταινίες του Σφήκα είναι Κείμενα – Εικόνες με τη μορφή του Ιδεογράμματος και έχουν δυο δεδομένα : ένα χαοτικό κι ένα συγκεκριμένο, σα μια «μη ταινία ακόμη», αφού υπερβαίνει το υπαρκτό «εν ονόματι αυτού που δεν είναι αλλά που είναι έτοιμο να γίνει» (E. Bloch). Χάρη σε αυτό, ο κιν/φος του Σφήκα δε δημιουργεί  θεατές αλλά συνενόχους, συμπαίκτες στο παιχνίδι του, που έχει σκοπό την αποκάλυψη του Αρχέτυπου που απορρέει από το Συλλογικό μας Ασυνείδητο. Δεν είναι η πρώτη φορά. Πριν πολλούς αιώνες οι Έλληνες ένωσαν το Μελλοντικό με το Αρχέγονο, με τον ίδιο ακριβώς τρόπο. Από νοσταλγία μυστική και όχι μόνο, το πρώτο και το τελευταίο ρέκβιεμ της ανθρώπινης ιστορίας ερμηνεύονται …εδώ, μεταφέροντας την αγωνία για την πτώση του Ανθρώπου στο ύστατο θανάσιμο αμάρτημα : την Εκμετάλλευση

Το φάντασμα του Εμπεδοκλή πλανιέται στη “camera printa” των ταινιών του Σφήκα, βασανίζοντας όσους τοποθετούν την ανθρώπινη τραγωδία σε παρένθεση. Είναι όλοι εκείνοι που βαπτισμένοι σε έτοιμα σχήματα και ιδεοληψίες έρχονται αντιμέτωποι με έναν Άγιο Γεώργιο, μονομάχο του δράκου της ματαιότητας. Παρ’ όλα αυτά ο κιν/φος του Σφήκα είναι από “πυρ φτιαγμένος” , μεταφέροντας την αγωνία του δημιουργού του για το μαρτύριο του Ταντάλου, που καταδίκασε σε αφανισμό τους πεπτωκότες της Υδρογείου, μεταμορφώνοντας τους σε γράμματα μιας γλώσσας ακατάληπτης από το τόσο κοντινό μας ανθρώπινο παρελθόν.

ΒΑΣΙΛΗΣ ΜΑΖΩΜΕΝΟΣ


About this entry